Francesco Vettori (1474 - 1539)
Das Spiel der Macht
Author:Volker Reinhardt
Rights sold: German
Genre:Science 
Number of pages:212 
Edition:2500 
Editor:Alois Riklin
Series:Kleine politische Schriften Band 14 
ISBN:978-3-8353-0198-6 
ISSN: 
Publishing company:Stämpfli Verlag CH, Wallstein Verlag DE  
The year of publishing:2007 
Origin Country:Germany  

Author and his oeuvre

Summary

Reviews

Sample text

από την εισαγωγή

Το βιβλίο αυτό περιγράφει, ερμηνεύει και προσδιορίζει τις πολιτικές και ιστορικές ιδέες του Francesco Vettori μπρος στο φόντο του ενεργού βίου του, δηλαδή της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής δραστηριότητάς του στην υπηρεσία των μεδίκων παπών και των μεδίκων πριγκηπών. Στο επίκεντρο των περιγραφών και αναλύσεων βρίσκονται τα κείμενα που γράφτηκαν στην περίοδο μεταξύ 1509 και 1532 και που, ποικιλοτρόπως, δύνανται να θεωρηθούν καρπός εμπειριών και άμεσης μαρτυρίας της εποχής: της πολιτικής του δράσης και των σχετικών με αυτήν συλλογισμών του. Η συστηματική παρακολούθηση του πολιτικού γίγνεσθαι και η ανάπτυξη ιδεών διαπλέκονται και αλληλοεπιδρούν στη στάση του πολιτικού άνδρα, επηρεάζοντας η μια την άλλη.
Όπως ο κατά εννέα χρόνια νεότερος συμπατριώτης του Φραντσέσκο Γκουϊτσαρντίνι, ο Βεττόρι βίωνε στον ίδιο βαθμό αυτονόητη την ενότητα δράσης και διαλογισμού, στάση που οφειλόταν στην κοινωνική θέση της οικογένειάς του. Η επιδίωξη τήρησης ή και αναβάθμισης της κοινωνικής θέσης ωθούσε επί δεκαετίες τα ανδρικά μέλη των οικογενειών αυτών ν΄ασχοληθούν με την πρακτική πολιτική• κατείχαν υψηλά αξιώματα εντός της πολιτείας και εκτελούσαν διπλωματικές και στρατιωτικές αποστολές διασχίζοντας Ιταλία και Ευρώπη. Συγχρόνως, όμως, από το 1434, όταν οι μέδικοι κατέλαβαν την εξουσία, ο χαρακτήρας της Φλωρεντινής Δημοκρατίας είχε εκ θεμελίων μεταβληθεί σε βαθμό που για τα ηγετικά μέλη του στενότερου κύκλου εξουσίας είχε πλέον καταστεί απαραίτητος ο διαρκής επαναπροσδιορισμός και έλεγχος της δικής τους στάσης και δράσης τόσο από πολιτική όσο και από ηθική σκοπιά. Με άλλα λόγια: Το πολίτευμα, από ανοιχτό που ήταν, είχε καταλήξει πλέον να ρυθμίζεται από ένα δίκτυο στελεχών υπό την ηγεσία των μεδίκων, ώστε η προδιαγραμμένη πολιτική σταδιοδρομία γόνων πατρικίων σαν τους Γκουϊτσαρντίνι και Βεττόρι είχε εκ των πραγμάτων απολέσει την «αθωότητά» της. Επιπροσθέτως και τη διαφάνειά της. Προς τα έξω με την πρόφαση της res publica των ελεύθερων πολιτών, εκ των οποίων οι άριστοι αναλάμβαναν κορυφαία αξιώματα, στην πραγματικότητα, ωστόσο, μια cosa nostra λιγοστών οικογενειών με μεγάλη επιρροή, το κράτος της Φλωρεντίας είχε καταντήσει να αποτελεί για τους δικούς του παράγοντες όχι μόνον πηγή σύγχυσης αλλ’επίσης ολοένα μεγαλύτερο ηθικό πρόβλημα – Πού στέκομαι, ποιον υπηρετώ, γιατί και με ποιο δικαίωμα; Τι είναι φαινόμενο και τι είναι ουσία, τι περίτεχνα κατασκευασμένο νεφέλωμα και τι αδιάπτωτος πυρήνας της εξουσίας;
(...)

Από το 2ο κεφάλαιο με τίτλο: «Ταξίδι στη Γερμανία»: ανθρώπινες ιστορίες

Το δηλητήριο αυτού του κόσμου

Σε ηλικία 33 ετών ο Φραντσέσκο Βεττόρι ταξίδεψε για πρώτη φορά έξω από την Φλωρεντία. Με την ιδιότητα του Φλωρεντινού πρέσβη δεύτερης βαθμίδας ξεκίνησε το πρώτο του ταξίδι στην αυλή του Μαξιμιλιανού του Αψβούργου -του άστατου- που διατελούσε ρωμαιοκαθολικός βασιλιάς και εκλεγμένος αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το κείμενό του, που δίνει την εντύπωση έκθεσης για την αποστολή του αυτή, πρέπει να γράφτηκε το αργότερο έως το έτος 1515 και μάλλον σε διαδοχικά διαστήματα. Μολονότι στη Φλωρεντία δεν ήταν υποχρεωτική η γραπτή αναφορά διπλωματικών αποστολών όπως στη Βενετία (όπου είθιστο η ενώπιον της γερουσίας ανάγνωσή της και επ’ αυτής συζήτηση), θεωρείτο ωστόσο δόκιμη συνήθεια. Ο Νικόλο Μακιαβέλλι, ο γραμματέας του Βεττόρι, συνέταξε για αυτήν την κοινή διπλωματική αποστολή μια έκθεση αναφοράς που σίγουρα πληρούσε τις απαιτήσεις της Φλωρεντίας: Πώς δηλαδή είναι φρόνιμο ν’ αντιμετωπισθεί αυτός ο μονάρχης που όχι μόνον είναι πασίγνωστος για το αστάθμητο και αφερέγγυο του χαρακτήρα του αλλά επίσης και για την έλλειψη χρηματικών πόρων; Ποια είναι τα μέσα πίεσης που διαθέτει; Πώς είναι διαμορφωμένο το πολιτικό σύστημα της αυτοκρατορίας του; Ποια και τι μεγέθους είναι τα στρατιωτικά του αποθέματα; Ποια, τέλος, είναι η τοπογραφία της χώρας και η ιδιοσυγκρασία του λαού; Και όλα αυτά –οι πολιτικοί διαθέτουν μόνο λίγο χρόνο για ανάγνωση- διατυπωμένα μέσα σε λίγες αράδες, επιγραμματικά θα έλεγε κανείς.
Αν η έκθεση του Μακιαβέλλι αποτελεί τον κανόνα, τότε το κείμενο του Βεττόρι αποτελεί παρέκκλιση απ’ αυτόν, και μάλιστα ιδωμένη από κάθε σκοπιά. Ένας σωστός διπλωμάτης κανονικά θα έπρεπε να κρατά σημειώσεις από τις συζητήσεις του με τους παράγοντες εξουσίας. Ο Βεττόρι, όμως, συζητάει, εφόσον δώσουμε πίστη στις σημειώσεις του, κατά προτίμηση με πανδοχείς και ταβερνιάρηδες. Μια δυο φορές, ενδεχομένως, να συγχωρούνταν κάποιο ολίσθημα σ’ ένα τέτοιο επίσημο έγγραφο – η φωνή του λαού διόλου δεν ήταν αμελητέα για τους κυβερνώντες. Συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν αυθεντικές οι καταγραμμένες ταξιδιωτικές σημειώσεις, τουλάχιστον οι αρχικές. Θέμα της πρώτης συζήτησης, που διεξάγεται ακόμη στο φλωρεντινό χώρο επικράτειας, είναι η νέα πολιτοφυλακή που επιστρατεύεται στην ύπαιθρο για την υπηρεσία στην πρωτεύουσα και που απαρτίζεται πρωτίστως από αγροτόπαιδα και ημερομίσθιους εργάτες. Τον ασθενή σχετικά έπαινο του Βεττόρι για τη νέα στρατιωτική ρύθμιση, ο έξυπνος πανδοχέας τον αντικρούει με μια σαρωτική ανάλυση που αγγίζει την ουσία του όλου, μ’ άλλα λόγια την ίδια την ουσία των ανθρωπίνων πραγμάτων. Μόλες τις πατριωτικές φληναφίες και τους ευσεβείς κούφιους πόθους περί αναζωογόνησης της αρχαίας στρατιωτικής δύναμης δεν κάνει να ξεχνά κανείς ότι οι μάχιμοι στρατολογηθέντες δεν είναι ελεύθεροι πολίτες αλλά υποτελείς στην Φλωρεντία. Και η πόλη κράτος ασκεί ένα ιδιόμορφο, πέρα για πέρα εγωϊστικό καθεστώς εξουσίας – δεν είναι κυβερνήτης αλλά τύραννος. Μάλιστα δυναστεύει τους υπηκόους της σε τέτοιο βαθμό που δεν θα διστάσουν να σηκώσουν τα σπαθιά και τα μαχαίρια εναντίον των καταπιεστών τους αυτοί ακριβώς οι καταπιεσμένοι στους οποίους οι φαντασιοκόποι, συνεπαρμένοι από το άχρηστο πρότυπο της αρχαιότητας, δίνουν τώρα όπλα στα χέρια. Ο ασυνήθιστα διορατικός στα πολιτικά πράγματα πανδοχέας δεν το ξεχνά πάντως. Γι’ αυτό, το συμπέρασμά του είναι: επιστροφή όσο το δυνατό συντομότερα στο σύστημα των μισθοφόρων. Αυτοί είναι αργυρώνητοι και γι’ αυτό προβλέψιμοι. Τα φρονήματα των ανθρώπων, όμως, είναι μια άβυσσος, που καλύτερα να μην σκύψει κανείς να την αντικρύσει. Οι συλλογισμοί αυτοί σίγουρα ουκ ολίγον θα άρεσαν στον Βεττόρι, κρίνοντας από τον ίδιο τον συγγραφέα κατά την αναχώρησή του απ’ αυτόν τον πρώτο του σταθμό. Μα και πώς ήταν δυνατό να μην του άρεσαν! Όπως αποδεικνύεται στην ακόλουθη σειρά λογισμών, οι σκέψεις αυτές είναι οι δικές του.
Μολονότι έως εδώ τηρείται λίγο ώς πολύ το δόκιμο ύφος μιας ταξιδιωτικής έκθεσης, δίχως, ωστόσο, να διασκεδάζει κάποιες πρώτες αμφιβολίες, οι επόμενοι σταθμοί με τις αντίστοιχα διεξαχθείσες συζητήσεις γεννούν εσκεμμένα σύχγυση. Κι όχι μόνον, η γραπτή παράθεση των συνομιλιών λαμβάνει προχωρώντας όλο και περισσότερο μυθιστορηματικό χαρακτήρα. Άραγε μπορούσε να δώσει κανείς πίστη στο γεγονός ότι ένας εντεταλμένος αξιωματούχος της Φλωρεντινής Δημοκρατίας στις συνομιλίες και κουβέντες που έκανε με άλλους ταξιδιώτες παρίστανε έναν απλό έμπορο που ταξίδευε για δουλειές στη Νυρεμβέργη; Όχι άκρως απίθανο, ωστόσο, αν μην τι άλλο ανορθόδοξο. Οι προσεκτικοί αναγνώστες, όμως, το αργότερο στο σημείο αυτό, θα στήσουν αφτί. Διότι, με τον τρόπο αυτό, όχι μόνον παραποιείται μέχρι αλλοτρίωσης το πρόσωπο του υποτιθέμενου ανταποκριτή, μα μεταβάλλεται σε έντεχνη φιγούρα, σε alter ego.
Στην παραποίηση αυτή συμβάλλουν, με το δικό τους τρόπο, το ύφος και περιεχόμενο των συνομιλιών. Διότι οι συνταξιδιώτες του αφηγούνται στο Βεττόρι απίθανα ξεδιάντροπες έως ανατριχιαστικές ιστορίες, και μάλιστα σαν να πήγαινε γυρεύοντας. Ή σαν να περίμεναν ακριβώς τον Βεττόρι για να του τις πουν. Αν το αφηγηματικό αυτό στακάτο διαδραματίσθηκε όντως όπως μας παραδίδεται, πρέπει να αιωρείται μια αόρατη ποιητική χείρα πάνω απ’ αυτό το ταξίδι ή οι πανδοχείς να είναι αερικά του Πήγασου. Αμφότερα δεν μπορούν παρά να είναι υπερφυσικές συμπτώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, ο εξαιρετικά σαστισμένος αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να δώσει πίστη. Αντ’ αυτού αναρωτιέται πού –και σε ποια συμπεράσματα- θα τον οδηγήσει ο συγγραφέας αυτός που αρέσκεται να μεταμφιέζει και να αποκρύβει το πρόσωπό του.
Η απάντηση στη δεύτερη ερώτηση δίνεται φαινομενικά εύκολα. Άνδρες γέροι κι ανίκανοι καλά θα έκαναν να μην παντρεύονται νεαρές, θερμόαιμες γυναίκες. Το τι μπορεί να προκύψει από κάτι τέτοιο το γνωρίζουμε από την εποχή του Βοκκάκιου. Και πράγματι, οι ιστορίες που παρατίθενται εδώ με τη σφραγίδα της αυθεντικότητας –είτε προέρχονται από στόματος του πανδοχέα, του τυπικού πληροφοριοδότη, είτε μάλιστα ενός κλασικού προεστού, όπως στον Μιραντόλα- θα μπορούσαν να αναγνωσθούν σαν μια συνέχεια του Δεκαήμερου με μικρότερη, ωστόσο, θεματική ποικιλία και έκταση. Συγκριτικά, ως προς το μέγεθος και την έκβασή τους, οι ιστορίες του Βεττόρι είναι αξιοσημείωτα πιο συμπυκνωμένες. Στις ιστορίες αυτές όλα στρέφονται γύρω από την εξουσία. Συνάπτονται γάμοι μεταξύ ανόμοιων. Γέροι άνδρες παίρνουν αυτό που νομίζουν ότι δικαιούνται να έχουν• όμως τα αντικείμενα του πόθου τους, όχι πάντα ορμώμενου από ερωτικό πάθος αλλά από απληστία, αντιστέκονται. Και η αντίσταση αυτή δεν έχει να κάνει με ηθική αλλά με αυτοκυριαρχία. Και όσο οι ανυπότακτες γυναίκες έχουν αυτό το κίνητρο έχουν και την ειρωνική συμπάθεια του υποτιθέμενου ανταποκριτή. Διότι ό,τι μοιάζει με συναισθηματική περιπλοκή στην πραγματικότητα είναι πάλη για την εξουσία, μάλλον εναντίον της καταπίεσης• το ζήτημα της πολιτοφυλακής συνεπώς είναι απλώς μια παραλλαγή της αιώνια ίδιας ουσίας. Μακάριοι είναι εκείνοι που αντεπεξέρχονται τις συμπλοκές αυτές αλώβητοι, βρίσκοντας ένα αμοιβαίο modus vivendi. Συμβαίνει και αυτό, φερ’ ειπείν στις περιπτώσεις εκείνες όπου η νεαρή γυναίκα έχει βρεί έναν εραστή εν αγνοία του τυραννικού συζύγου της. Όμως αυτού του είδους οι ισορροπίες είναι ακροσφαλείς. Επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη της ανακάλυψης από το γέρο δυνάστη, η εξουσία του οποίου δεν έχει οριστικά αποτιναχθεί αλλά απλώς προσωρινά παρακαμφθεί.
Ισορροπίες στον αστερισμό άνισων σχέσεων εξουσίας μπορούν να υπάρξουν για λίγες μόνο στιγμές ωστόσο, πριν ξεσπάσει η επόμενη θύελλα πάθους. Διότι οι συγκρούσεις μεταξύ των φύλων και των γενεών έχουν κατά το σύνηθες θανάσιμο τέλος, όπως και μεταξύ κρατών. Προπαντός, εφόσον η καταπιεσμένη και άρα αντιστεκόμενη πλευρά δεν αρκείται με την –επισφαλή πάντοτε- ισοπαλία αλλά επιδιώκει περισσότερα: το θάνατο του γέρου συζύγου, την περιουσία και κοινωνική του θέση. Τότε το δηλητήριο που εκτοξεύεται δεν έχει τελειωμό, αφανίζονται οικογένειες ολόκληρες. Και στο τέλος καταλήγει κανείς στην πυρά. Δικαίως; Η ερώτηση είναι λάθος διατυπωμένη. Η ηθική δεν αποτελεί προσήκουσα απάντηση για τις συνθήκες αυτού του κόσμου. Η ηθική είναι η ανώφελη προσπάθεια να ξεχωρίσει κανείς το καλό απ’ το κακό εκεί όπου στην πραγματικότητα δεν υπάρχει παρά καταπίεση και αντίσταση. Τη θέση της ηθικής έχει πάρει η ισορρροπία μεταξύ βίας και ανταπόδωσης της βίας. Θριαμβεύει εκεί όπου η προδοσία δεν τιμωρείται με φόνο αλλά με τον εξευτελισμό, που ισοδυναμεί σε τελική ανάλυση με λυτρωτικό όσο και χλευαστικό γέλωτα. Ωστόσο κάτι τέτοιο ανήκει, όπως είπαμε, στις παροδικές καταστάσεις: ισορροπίες που ανατρέπονται αναπόφευκτα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Άλλωστε πώς να έβρισκε το δρόμο της η ηθική μέσα σ’ έναν κόσμο που ρυθμίζεται από εντελώς διαφορετικά κριτήρια. Σε όχι τόσο μεγάλη απόσταση ακόμη από την Φλωρεντία, λίγο βορειότερά της, ο Βεττόρι ισχυρίζεται ότι συνάντησε ένα Γερμανό στην υπηρεσία του Γάλλου καρδινάλιου του Σαντ Μαλό. Στο ερώτημα γιατί εγκατέλειψε την Αιώνια Πόλη, ο πρώην υπηρέτης του προφυρένδυτου του αποκρίνεται με επιχειρήματα και με μια ορμητικότητα που θυμίζει αντιρωμαϊκούς λιβέλλους ενός Ούλριχ βαν Χούτεν μιάμιση δεκαετία αργότερα. Ο Γερμανός οργισμένος δηλώνει ότι έφυγε από φόβο πως διακυβεύει τη σωτηρία της ψυχής του στον Τίβερη, εξαιτίας της ασέλγειας της Αιώνιας Πόλης γενικώς και ιδιαιτέρως εξαιτίας της αχρειότητας του κυρίου του. Και μετά απ’ αυτά έπεται ό,τι είναι αναμενόμενο: η ιστορία ζωής και σταδιοδρομίας ενός εκκλησιαστικού πρίγκηπα όπως από καιρό τη φαντάζονται με φιλήδονη φρίκη οι διανοούμενοι επικριτές της παπικής Κουρίας στην Ευρώπη. Συνοπτικά οι βασικοί σταθμοί αυτής της ερεβώδους επιτομής: Ο γεννημένος στις πλέον άθλιες συνθήκες Guillaume Briçonnet προσπορίζεται δουλεύοντας βοηθός στο εμπορικό κατάστημα ενός πλούσιου εμπόρου, αποπλανεί τη γυναίκα του, σχεδιάζει μαζί της να δηλητηριάσει τον αφέντη του, και μπαίνοντας στα χνάρια του προστάτη του, αναβιβάζεται στην αυλή σε αναντικατάστατο προμηθευτή αγαθών πολυτελείας, παντρεύει την όμορφη προγονή του με τον ανήλικο Κάρολο Η’, στον οποίο παραστέκεται ως αναντικατάστατος σύμβουλος, δηλητηριάζει τη χήρα του πρώην αφέντη του και γυναίκα του για να ανέλθει στο σώμα του κλήρου, όπου τον περιμένουν πρόσοδοι και αξιώματα σωρό, η επισκοπή του Σαντ Μαλό και τέλος η πρυτανεία του Ιερού Κολλεγίου των Καρδιναλίων – τέλος δίνει εντολή να δολοφονηθεί ο βασιλιάς ευεργέτης του, καθώς θεωρεί πως μια αλλαγή στην κεφαλή της εξουσίας τον συμφέρει περισσότερο. Ανελθών με τον τρόπο αυτό στα υψηλά του αξιώματα, ο καρδινάλιος, που παρεμπιπτόντως αρνείται να τελέσει λειτουργία καθώς και οποιοδήποτε άλλο θρησκευτικό καθήκον, συμπεριφέρεται αλαζονικότερα και από τον ίδιο τον εωσφόρο. Όλα αυτά, φαίνεται πως ο Γερμανός μετά βίας ήταν διατεθειμένος να τα αντέξει• το ότι όμως ο αμύθητα πλούσιος προστάτης του δεν του παραχωρούσε τα ταπεινά εισοδήματα που ο ίδιος ο υπηρέτης είχε βάλει στο μάτι κι αντ’ αυτού τα είχε αρπάξει άπληστα για τον εαυτό του, αυτό απεναντίας, έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει – και είναι η αιτία που ο αποκαρδιωμένος υπηρέτης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Ρώμη.
Η βιογραφία αυτή είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα για την πορεία του κόσμου. Έχουμε το σκαρίφημα της καρικατούρας του νεόπλουτου, ωστόσο λείπει η πλήρωσή της και επιπλέον και ο θετικός σ’ αυτήν αντίποδας του επάξιου αριστοκράτη. Πού άλλωστε να βρεθεί; Οι ορέξεις των κραταιών στρέφονται γύρω από τα ίδια αντικείμενα που στρέφονται και οι βλέψεις των μικρών. Η εσωτερική λοιπόν αναγκαιότητα υπαγορεύει την άνοδο εκείνου που τροφοδοτεί τις ορέξεις αυτές: με όμορφες, νεαρές γυναίκες και οτιδήποτε άλλο προκαλεί ηδονή. Πώς λοιπόν να καταλογίσει κανείς στους μικρούς ότι θέλουν ν’ ανέλθουν κι εκείνοι; Ο Γερμανός με τη επιδίωξή του να σώσει την αθάνατη ψυχή του, εμφανίζεται σ’ ένα κόσμο που δεν αποβλέπει στη σωτηρία του αλλά στον ηδονισμό στη πιο σκαιά και δύσπεπτη μορφή του – ασφαλώς είναι αναχρονιστικός. Το γνωρίζει όμως και ο ίδιος. Φοβάται μην περιπέσει στον επικουρισμό της παπικής κουρίας, μένοντας περισσότερο καιρό εκεί – κι εντούτοις, δίχως να το έχει καταλάβει, έχει από καιρό ήδη υποκύψει στους πειρασμούς της. Διότι στην ουσία στρέφει τα νώτα στη Ρώμη όχι από φόβο συνεργίας σε βλάσφημες πράξεις αλλά από ανεκπλήρωτη πλεονεξία. Ιδού λοιπόν πάλι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: Οι συνθήκες στον κόσμο χλευάζουν κάθε ηθική. Σ’ έναν κόσμο που κυβερνάται από τις άπληστες ορέξεις των κραταιών υπάρχουν μόνον τρεις πιθανές δυνατότητες για τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι να μιμηθεί κανείς το παράδειγμα του καρδινάλιου του Σαντ Μαλό, με λιγότερο ίσως δηλητήριο αλλά ακολουθώντας τον ίδιο στόχο: να γίνει κανείς καταπιεστής αντί να καταπιέζεται. Η δεύτερη έγκειται στο να μείνει κανείς παράμερα, που σημαίνει απόδραση και ταλαιπωρία. Η παραλλαγή αυτή επίσης αναφέρεται, όπως φερ’ ειπείν στη μορφή του πατέρα από την Μπολόνια που κρύβει σε ασφαλές μέρος τη δεκαεξάχρονή του κόρη για να την προστατεύσει από το επιβεβλημένο «δείπνο» με τον Ermes Bentivoglio, το διεφθαρμένο γιο του παντοδύναμου τοπικού άρχοντα που κρατά και κινεί όλα τα νήματα στη Μπολόνια – πληρώνοντας αυτήν του την πράξη ανυπακοής με την απαλλοτρίωση της περιουσίας του και ένα αβέβαιο μέλλον. Πέρα απ’ αυτές τις δύο δυνατότητες υπάρχει και η τρίτη που σημαίνει αυτοκαταστροφή. Και γι’ αυτήν υπάρχουν παραδείγματα• το πρόγραμμα της εκτενούς βολιδοσκόπησης των συνθηκών ζωής του ανθρώπου μέσα από ιστορίες ολέθριου πάθους, εκ των πραγμάτων και κατηγορηματικά, απαιτεί πληρότητα.
Και μάλιστα πάλι στη μορφή μιας σχέσης τριγώνου. Ο Τιβέριος ανέκαθεν αγαπά την Λουκρήτια, την οποία όμως οι γονείς της, προς βαθιά απογοήτευση του Τιβέριου, την παντρεύουν με τον Ιούλιο. Ο Τιβέριος λοιπόν πλησιάζει με κολακείες τον τυχερό σύζυγο, γίνεται ο καλύτερός του φίλος και τον τραυματίζει θανάσιμα σ’ ένα κυνήγι αγριόχοιρων, μάλιστα μ’ ένα τέχνασμα τόσο επιτήδειο που όλοι νομίζουν πως πήγε από χτύπημα αγριόχοιρου. Το ίδιο πιστεύει κι η απαρηγόρητη χήρα, της οποίας όμως σύντομα της μπαίνουν υποψίες, καθώς ο Τιβέριος δεν αργεί ν’ αρχίσει να την πολιορκεί ορμητικά. Βεβαία είναι τέλος, όταν στο όνειρό της το χαμένο έτερο ήμισυ της αποκαλύπτει την αιματηρή μηχανορραφία. Τότε εκείνη βάζει μπρος να εκδικηθεί - πρόθεση που θα μπορούσε να υποβάλει την ουτοπία μιας σταθερής ισορροπίας του κόσμου. Δίνει κρυφά στο μισητό μνηστήρα ένα υπνωτικό ρόφημα και του βγάζει τα μάτια, τον αφήνει δηλαδή ζωντανό τυφλό – με αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσει η ίδια ότι το δίκαιο δεν είναι παρά μια κούφια λέξη και να αυτοκτονήσει. Και ποίο το δίδαγμα από την όλη υπόθεση; Όποιος κάνει ό,τι αρμόζει στη Δικαιοσύνη ή ακόμη καλύτερα στη Θεία Δίκη υπογράφει την καταδίκη και καταστροφή του. Μόνη παρηγοριά στην αυτοκαταστροφή του, του είναι η συμπάθεια του αφηγητή.
Απονομή δικαιοσύνης ή πολύ περισσότερο Θεία Νέμεση ούτε σαν δείγμα υπάρχει στον κόσμο αυτό. Την εμπειρία αυτή θ’ αναγκαστεί να βιώσει επίσης και ο Ενετός βιβλιοπώλης, ο οποίος –κατά τη λογοτεχνική μυθοπλασία- καθ’ οδόν αφηγείται στον Βεττόρι την ιστορία του. Και αυτός διέπραξε το σφάλμα που συνηθίζουν οι γέροι άνδρες, παντρεύτηκε δηλαδή μια κατά εικοσιπέντε χρόνια νεότερή του, παίζει δηλαδή το ρόλο του καταπιεστή. Κι έγινε ό,τι ήταν επόμενο να γίνει. Την αναπόφευκτη ερωτική σχέση της μοιχαλίδας συζύγου σύντομα ο κερατωμένος σύζυγος την ανακαλύπτει. Και η εκδίκηση που σκαρφίζεται είναι καλά ζυγιασμένη. Η ρεβάνς του είναι συγχρόνως τιμωρία και παιχνίδι• υποβάλλει προς στιγμή το όραμα της ισορροπίας. Εκθέτει σε δημόσιο περίγελο γυμνούς κι ευτελείς τον εραστή, ένα νεαρό ευγενή, και τη νυμφευμένη του. Μόνον που αυτή δεν είναι η τελευταία πράξη, δεν υπάρχει «τέλος καλό, όλα καλά». Η μοιχεία είναι ζήτημα εξουσίας. Ο μοιχός έχει μεγαλύτερη εξουσία από τον απατημένο. Έτσι λοιπόν, η παντοδύναμη γερουσία των Δέκα τιμωρεί τον άνδρα, ο οποίος δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να αποκαταστήσει την τιμή του, εξορίζοντάς τον για δέκα χρόνια από την πόλη, τη στιγμή που του ευγενή εραστή δεν πειράζεται ούτε τρίχα.
Δεν λείπει η πολιτική αξιολόγηση της κατά τα φαινόμενα καθαρά ιδιωτικής ιστορίας. Στη Βενετία η αριστοκρατία καταδυναστεύει τυραννικά τους ανθρώπους του λαού. Και τυραννώ δηλώνει σύμφωνα με την εκτενή σημασία της λέξης: ραδιουργώ, βασανίζω, εκμεταλλεύομαι, καταπιέζω, απαλλοτριώνω περιουσίες. Ο αναγνώστης αποκομίζει ότι η πλέον σκαιά και αισχρή κατάχρηση της εξουσίας δεν απαντάται μόνο σε ενδεώς συγκαλυμμένες μοναρχίες όπως στη Μπολόνια του Bentivoglio αλλά και στη Δημοκρατία της Βενετίας, μιας πολιτείας κράτους, που σύμφωνα με το δικό της μύθο, αποτελεί βέλτιστο και το πλέον δίκαιο πολιτικό σύστημα του κόσμου, για την σταθερότητα του οποίου τη θαυμάζει η Φλωρεντία. Επίσης, αρχίζει να διαφαίνεται άλλο ένα συμπέρασμα: Όποιος ασχολείται με τα πολιτικά ζητά ν’ αποκτήσει εξουσία για να την καταχραστεί. Απονομή δικαιοσύνης το πολύ πολύ κανείς να χαρακτήριζε το ότι η άπιστη σύζυγος αποζημιώνεται πλουσιοπάροχα για την αντίστασή της, προκειμένου να σωπάσει. Αυτή τουλάχιστον η εντύπωση δίνεται στον αναγνώστη• ο απατημένος σύζυγος το βλέπει φυσικά διαφορετικά. Καθείς έχει τη δική του αλήθεια: οπτικές διαθλάσεις σε μια τέλεια διαθλασμένη ιστορία. Και σ’ ένα διαθλασμένο κόσμο. Της εξουσίας τής είναι ευπρόσδεκτο κάθε μέσο το οποίο κατόπιν θα το ερμηνέψει ως δίκαιο. Κι όποιος, όπως ο κερατωμένος σύζυγος, ζυγιάζει και μελετά τα πράγματα τιμωρείται. Τουλάχιστον -έτσι το λακωνικό κλείσιμο της υπόθεσης- έχουν περάσει ήδη τέσσερα από τα δέκα χρόνια εξορίας του.
Στο μεταξύ φτάνουμε στο σημείο όπου ο Βεττόρι κρίνει ότι χρωστά μια εξήγηση από μέρους του στον αναγνώστη: Προς τι όλες αυτές οι ιστορίες; Τι θέλουν να πουν; Και βέβαια, όχι πως ο αναγνώστης δεν είναι σε θέση να βγάλει από μόνος του συμπέρασμα. Έπειτα από τόσες ανέκδοτες ιστορίες που τον κάνουν διαρκώς ν’ αλλάζει χρώμα, ρίχνοντάς τον σε μεταπτώσεις μεταξύ θυμηδίας και θλίψης, ο αναγνώστης έχει προ πολλού αρχίσει να ψάχνει μόνος του να βρει το νόημα του όλου. Ωστόσο, δεν βλάπτει κάποια μικρή επικουρία σ’ αυτήν του την προσπάθεια: άραγε όμως ο συγγραφέας αστειεύεται, ειρωνεύεται ή είναι πλήρης σοβαρότητας; Ιδού το ερώτημα. Στην αναζήτηση μιας απάντησης πρέπει να δοθεί προσοχή στα συγκείμενα. Λίγο πριν φτάσει στην εξήγησή του, ο Βεττόρι αφηγείται την ιστορία του σκισμένου σκοινιού της αγχόνης, και μάλιστα με τη διττή σημασία αμφότερων λέξεων.
Στη βόρεια Ιταλία λέει πως συνάντησε ένα μυθολόγο που ζούσε απ’ αυτό το επάγγελμα. Αυτός λοιπόν εξιστορούσε στους αγρότες, που τον άκουγαν σαστισμένοι και με δυσπιστία, πως τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο, τον οδήγησαν στην αγχόνη και τον κρέμασαν, όπου ξαφνικά σκίστηκε το σκοινί και του χάρισε τη ζωή και την ελευθερία του. Το θαύμα είχε συμβεί μόλις πριν λίγες μέρες και μάλιστα στη Μπολόνια. Δεόντως ταραγμένοι τον ακούν οι γύρω. Ο Βεττόρι έχει πλήρη κατανόηση για τη μεταφορά του γεγονότος στο άμεσο παρόν. Αυτού του είδους οι ιστορίες επιβάλλεται να έχουν χρόνο και τόπο, προκειμένου ν’ ακούγονται αυθεντικές. Και δεν αργεί να έλθει η αμοιβή• οι συγκινημένοι ακροατές του δίνουν τουλάχιστον τόσα ώστε να του φτάσουν για ένα καθώς πρέπει μεσημεριανό. Ο πονηρός, όμως, παραμυθάς δεν είχε λάβει υπόψη του τον Βεττόρι. Διότι εκείνος ήταν παρών στο συγκεκριμένο χώρο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν είχε ακούσει τίποτα παρόμοιο μ’ αυτό το συγκλονιστικό συμβάν. Κάνοντάς του μερικές αντίστοιχες ερωτήσεις, ο μυθολόγος παίρνει το θάρρος να του εμπιστευθεί ότι αναγκάζεται να πλάθει φανταστικές, συγκλονιστικές ιστορίες για να βγάζει τα προς το ζην του. Μόνο μια χάρη του ζητά ο αδιάντροπος παραμυθάς: να μην τον προδώσει ο Βεττόρι!
Ζήτημα τιμής βέβαια, με την τόση συμπάθεια που δείχνει για τον επιδέξιο μυθοκόπο. Και με φόντο αυτό το πολυσήμαντο περιστατικό, ο Βεττόρι, ο άλλος μυθοπλάστης, κλείνει την ιστορία με τα δικά του λόγια. Ο προσωρινός του απολογισμός των ιστοριών του έχει ως εξής:

Του υποσχέθηκα να μην πω τίποτα και, διαλεγόμενος με τον εαυτό
μου,αναλογίστηκα με πόσους διαφορετικούς τρόπους, με πόση
πονηριά και οξυδέρκεια, με πόση μαστοριά και αοκνία ο
άνθρωπος επιδιώκει να πλανέψει το συνάνθρωπό του. Και μέσα από
όλες αυτές τις εναλλαγές πόσο πιο όμορφος γίνεται ο κόσμος: Το
πνεύμα του καθενός ξεχωριστά ασκείται, προπονείται μέσα από την
προσπάθεια εξεύρεσης νέων τεχνών εξαπάτησης, ακονίζοντας τη
φρόνηση του αντικρινού του που προσπαθεί να ξεσκεπάσει αυτά τα
τεχνάσματα για να βρει την αλήθεια. Και πράγματι:
Ο κόσμος όλος είναι μια πλάνη. Ξεκινώντας απ’ τους μοναχούς,
περνώντας στους λόγιους δικαστές, γιατρούς, αστρολόγους και
τέλος στους άρχοντες κυβερνήτες αυτού του κόσμου και σ’ όσους
τους συμβουλεύουν και μάλιστα σ’ οποιαδήποτε τέχνη και επάγγελμα.
Κι έτσι, από μέρα σε μέρα όλα γίνονται πιο εκλεπτυσμένα και πιο
αδιόρατα.

Μοιάζει με μύθο περί δημιουργίας του κόσμου. Ή μια θεωρία βιολογικής εξέλιξης. Ζωή σημαίνει απάτη. Και η πλάνη φέρνει πρόοδο, μόλις αυτή γεννά την ιστορία. Η απάτη είναι η κινητήρια δύναμη κάθε πράξης. Το ότι ο κόσμος ζητά να εξαπατηθεί αποτελεί αρχαία σοφία. Το ότι όμως η αρχή αυτή συντηρεί τον κόσμο, το ότι μάλιστα αποτελεί την κινητήρια αρχή του κόσμου: αυτό είναι νέο.
Και νέα, ανήκουστα νέα είναι η συγκατάβαση σε όλα αυτά. Και ο άνθρωπος είδε ότι επικρατούσε πλάνη κι είπε ότι ήταν καλά έτσι. Εφόσον η διάγνωση αυτή είναι ορθή, τότε κάθε τι το μεγαλειώδες είναι αναγκαστικά εγκληματικό. Διότι, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι το μεγαλειώδες, πρέπει πρώτα να εξαπατηθεί ο κόσμος όλος κατά κόρον. Και οι μεγάλοι είναι τότε από όλους οι μεγαλύτεροι εγκληματίες. Το τελικό αυτό πόρισμα έβγαινε ήδη απαρέγκλητα από την ιστορία του Briçonner.
Συγχρόνως, το προσωρινό αυτό συμπέρασμα γεννά ενοχλητικά ερωτήματα. Πώς έγινε ο κόσμος όπως είναι; Ή ήταν ανέκαθεν έτσι, ή μήπως έτσι πρέπει να είναι; Η παραδοσιακή απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι τον κόσμο τον κυβερνά ο διάβολος, όποιος και να είναι ο λόγος. Είτε επειδή ο θεός εγκατέλειψε τον κόσμο ή άλλως, επειδή τον παρέδωσε στο διάβολο για να τιμωρήσει τους αμαρτωλούς ανθρώπους, είτε επειδή ο διάβολος εξόρισε τον Κύριο από το έργο της Δημιουργίας και εγκαθίδρυσε τον εαυτό του κύριο του κόσμου. Σε μερικές ιστορίες συνηχούν κάποια ακούσματα τέτοιων εικασιών, για παράδειγμα όταν η καταπιεσμένη από την κακιά πεθερά κόρη αποδίδει την ασπλαχνιά της στην επίδραση του διαβόλου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ερείσματα ότι ο Βεττόρι υιοθετεί αυτού του είδους τις θεωρίες. Αντιθέτως: Του είναι ξένη κάθε σκέψη περί συντέλειας κόσμου και θρησκευτικών φρονημάτων γενικά.
Μένουν δύο εκδοχές: Ότι στον κόσμο κυβερνά το κακό πολύ πιο απεριόριστα, πολύ πιο ολοκληρωτικά απ’ ό,τι πίστεψαν έως τώρα συλλήβδην όλοι οι θεολόγοι. Ή ότι το κακό είναι στην πραγματικότητα το καλό και πρέπει άρα να μετονομασθεί, να επανεκτιμηθεί αντίστοιχα. Σε μια «ταξιδιωτική έκθεση» σαν αυτή δεν πρέπει κανείς να προσδοκεί την απάντηση σε μορφή λόγιας φιλοσοφικής θέσης αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, στη μορφή μιας ιστορίας.

Copyright Sophia Georgopoulou