Das nackte Leben
Über Schicksal und Liebe der Constanze Mozart
Author:Lea Singer
Rights sold: German, Korean, Norwegian
Genre:Novel 
Number of pages:376 
Edition:6000 
Editor:
Series: 
ISBN:978-3-423-21022-5 
ISSN: 
Publishing company:dtv, München 
The year of publishing:2005 
Origin Country:Germany  

Author and his oeuvre

Summary

Reviews

Sample text

Δ Ε Ι Γ Μ Α Κ Ε Ι Μ Ε Ν Ο Υ (αρχή πρώτου κεφαλαίου: σελ. 9 – 14 περίπου)


Κανονικά θά ‘πρεπε τώρα να συμμαζέψει, γιατί σήμερα το πόμολο της πόρτας δεν θα ησυχάσει. Το κρεβάτι είναι ένα χάλι. Τσαλακωμένο και βρόμικο. Στο μαξιλάρι, στην κουβέρτα, στο σεντόνι, παντού καφεκόκκινοι λεκέδες, όλα ανάκατα και κάθιδρα. Η ξαπλώστρα όπου είχε στρώσει το κρεβάτι είναι άβολη, μα είναι το μόνο φωτεινό δωμάτιο σ’ ολόκληρο το διαμέρισμα και το μόνο που εξαερίζεται της προκοπής. Έχει ανοίξει ένα απ’ τα παράθυρα που κοιτούν στη Ραουενσταϊνγκάσε. Η ιδιόρρυθμη μυρωδιά, όμως, δεν λέει να φύγει.
Ποιος ν’ αλλάξει το κρεβάτι;
Τώρα είναι δίπλα ξαπλωμένος, στο νεκροκρέβατο, σε καθαρά φρέσκα σεντόνια, με καθαρά, φρέσκα ρούχα, όλος στα μαύρα.
Έξω είναι ακόμη σκοτάδι, την εποχή αυτή φέγγει σε δυο μόλις ώρες. Αλλά από τις έντεκα χθες βράδι, εδώ στο διαμέρισμα, επικρατεί συνεχές πήγαινε-έλα. Δεν είχε χρόνο ούτε μια σκέψη να κάνει. Κι ούτε τώρα μπορεί, τώρα που είναι ήσυχα - θά ‘ναι μια ώρα.
Είναι εικοσιενιά κι έχει αλλάξει εκατοντάδες κρεβάτια. Κρεβάτια ξένων, της οικογένειας, αρρώστων, κρεβάτια παιδικά, μωρουδιακά, νεκροκρέβατα. Μα το κρεβάτι αυτό – ποιος να το αλλάξει;
Μόλις πριν λίγο τον έπλυνε το αγαπημένο του γκαρσόνι απ’ το ταβερνείο που συχνάζει, ο Γιόζεφ Ντάινερ. Η Σοφί, η αδελφή της, πήγε και τον φώναξε, επειδή είναι συνηθισμένος στις βαριές δουλειές και δεν τον σκιάζει τίποτα. Εξόν αυτού έχει δύναμη, πράγμα που της λείπει. Τις τελευταίες βδομάδες αδυνάτησε ακόμη περισσότερο, κι η μύτη της προεξέχει τόσο που σε κάθε κοίταγμα στον καθρέφτη νομίζει πως αντικρύζει τη μάνα της. Απαίσιο και να το σκέπτεται.
Αφουγκράζεται μην κάπου κάποιος σαλεύει. Κάτω στο δρόμο ακούγεται ο πρώτος θόρυβος, μια χειράμαξα χοροπηδάει στο πλακόστρωτο. Εδώ στον πρώτο όροφο επικρατεί νεκρική σιγή. Η αδελφή της η Σοφί πλάγιασε στο κρεβάτι της υπηρεσίας.. Ο Καρλ, ο μεγαλύτερος γιος, κουράστηκε απ’ το κλάμα και κοιμάται στο πλάι της. Του μικρού, όταν κατά τις τρεις ή τέσσερεις ξύπνησε φωνάζοντας, η Σοφί του έδωσε κάτι λίγο να πιει. Δεν το θηλάζει, κανένα απ’ τα παιδιά της δεν τα θήλασε πάνω από ένα δυο τρεις το πολύ βδομάδες. Δεν το ήθελε εκείνος, τάχα για λόγους υγείας. Ξέρει όμως εκείνη: Ήταν εξαιτίας των γερών, στητών μαστών της. Το κορμί της, η στενή της μέση, οι λεπτοί της ευκίνητοι γοφοί, οι δυσανάλογα μακρείς για το μπόι της λεπτοί μηροί της τον ερέθιζαν πάντοτε.
Οι σκέψεις της διαρκώς ξεγλιστρούν, δεν ξέρει πώς να τις χαλιναγωγήσει κι αυτό την εκνευρίζει. Διότι διασθάνεται πως ό,τι αποφασίσει, ό,τι πει, ό,τι κάνει τώρα, τις ώρες αυτές τις καθοριστικές, σύντομα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της.
Το ότι αγγίζει τώρα το πρόσωπό του είναι σίγουρα λάθος. Εξαφανίστηκε το πρήξιμο που τον είχε παραμορφώσει τις τελευταίες βδομάδες, στην ουσία εδώ και μήνες. Το δέρμα είναι ακόμη κιτρινωπό, μα ίσιωσε και έσφιξε πάλι. Με μάτια κλειστά επιψαύει το μέτωπό του, τα ζυγωματικά του, τη μύτη του, το πηγούνι του, σαν ένας τυφλός που ζητά ν’ αναγνωρίσει κάποιον. Κατόπιν τα δυο της χέρια περνούν αργά κατεβαίνοντας στο κορμί του, το νιώθει κάτω απ’ το ύφασμα, το τραχύ αυτό ύφασμα που ο ίδιος ποτέ δεν θα διάλεγε, αναγνωρίζει τα σημεία που γυμνά τής είναι τόσο οικεία. Ανέκαθεν την αγαπούσε για τα επιδέξια χέρια της, κι από το γεγονός και μόνον που αυτός δεν μπορούσε να ορίσει τα δικά του. Μήτε έναν καφέ δεν μπορούσε να βράσει ή να κόψει ένα μήλο. Κι ούτε συζήτηση να κόψει σε μερίδες ένα ψημμένο κοτόπουλο. Ακόμη κι απ’ την μπριζόλα, ένα απ’ τα αγαπημένα του φαγητά, έπρεπε να του βγάλεις το κόκκαλο. Κοιτάει τα χέρια της. Λευκά, ίσια, κοκαλιάρικα χέρια με τις στρόγγυλες άκρες των δακτύλων που λένε πως είναι πιο κατάλληλες για χάδια από τις μυτερές απολήξεις. Κατόπιν η ματιά της πέφτει στο κρεβάτι και ξαπλώνει πάνω. Σίγουρα ούτε αυτό είναι σωστό. Κίνδυνος να κολλήσει. Ο δόκτωρ Κλοσέ, προφανώς, μέχρι τέλους δεν ήξερε τι ακριβώς είχε. Κάτι έλεγε για ρευματικό πυρετό των αρθρώσεων. Μα πώς είναι δυνατόν οι αρθρώσεις να κάνουν πυρετό; Πως κάτι δεν πήγαινε καλά με δαύτες, αυτό το ήξερε κι εκείνη. Ήταν θεόρατες απ’ το πρήξιμο τόσο στα δάχτυλα όσο και στους ώμους, τα γόνατα και τα πόδια, έτσι που έσκουζε με την παραμικρή κίνηση. Αλλά πώς άραγε μεταδίδεται αυτός ο ρευματικός πυρετός των αρθρώσεων, ο Κλοσέ κουβέντα δεν είχε πει. Ούτε αν είχε να κάνει με την επιδημία που νωρίς το φθινόπωρο άρχισε ν’ απλώνει ύπουλα στην πόλη, μπαίνοντας δίχως διάκριση σε σπίτια φτωχών και πλουσίων, ανθρώπων αφανών ή χαρισματικών.
Πιθανόν να μην ήταν τόσο καλή ιδέα να εμπιστευθούν τον Κλοσέ. Είναι γιατρός με υπόληψη και περιζήτητος ανάμεσα στους επιφανείς. Αλλ’ όμως έχει συχνά υπηρεσία στο θέατρο. Μόνο να τον βρούνε χθες, κόντεψε να πάρει ολωνών τα λογικά. Τέλος τον βρήκε η Σοφί, αλλά δεν μπορούσε να έλθει. Έπρεπε να μείνει μέχρι το τέλος της παράστασης, κανονισμός απαράβατος. Κι εντέλει ήταν αργά να βοηθήσει. Αντίθετα, όταν ο Κλοσέ έβαλε την παγωμένη κομπρέσα στο φλεγόμενο κεφάλι του Βόλφγκανγκ, λες και δεν ήταν φυτρωμένο στο κορμό του, το κεφάλι έφυγε και κύλησε στον τοίχο. «Έχασε τις αισθήσεις του», είπε τότε ο Κλοσέ.
Είναι ξαπλωμένη και κοιτάει στο ταβάνι, αφήνει το βλέμμα της να κατηφορίσει στους τοίχους. Ωραία που είναι αυτή η ταπετσαρία. Δυστυχώς είναι ακόμη αξόφλητη.
Πάνω από 200 χρυσά φλωρίνια – μ’ αυτά θα μπορούσε να ζήσει με τα παιδιά δυο βδομάδες. Μα έχει και τους αξόφλητους λογαριασμούς για τα καινούργια ρούχα, τα υφάσματα, τα κουμπιά και τα άλλα εξαρτήματα, κι εκτός αυτού είναι και η αμοιβή του εκλεκτού μόδιστρου - Θεέ μου, είναι πάνω από τα 400 χρυσά φλωρίνια. Όλα αξόφλητα, ακόμη και τα καινούργια παπούτσια που έδωσε ειδική παραγγελία. Τα χρειαζόταν για την εμφάνισή του στην Φρανκφούρτη, στη στέψη του αυτοκράτορα. Το ότι ο αυτοκράτορας ούτε που θα του έδινε σημασία κανείς δεν μπορούσε να το ξέρει από πριν. Και τώρα; Τι να τα κάνει όλα αυτά; Σε κανένα από τους φίλους και γνωστούς της δεν μπαίνει το φράκο του, όλοι τους είναι πιο μεγάλοι. Μόλις ένα μέτρο και πενήντα, μόνον παιδιά μπορούν να έχουν τέτοιο μπόι, και κανείς δεν δίνει για την γκαρνταρόμπα τους τέτοια αστρονομικά ποσά.
Χτυπά η καμπάνα της πόρτας. Μαζεύεται απ’ την τρομάρα της. Κι αν είναι ο Πούχμπεργκ, ο μασόνος συνάδελφός του, που του χρωστάνε συνολικά, τουλάχιστον, μιάμισυ χιλιάδες χρυσά φλωρίνια και τα γυρεύει τώρα πίσω; Ή κανείς αγγελιοφόρος του πρίγκηπα Λιχνόφσκυ, που του χρωστάν όμοιο περίπου ποσό; Τους έχει στείλει απ’ το Νοέμβρη ήδη εξώδικο. Αν τώρα έρχονται να πάρουν ό,τι ρευστό προλάβουν;
Όχι, δεν γίνεται. Έχει ακόμη 60 χρυσά φλωρίνια στο σπίτι και τα χρειάζεται, γιατί ποιος ξέρει πότε θα ξαναμπεί ρευστό στο σπίτι. Ας ήταν να είχε κρύψει τα χρήματα. Μα γιατί δεν ανοίγει κανείς; Λες να κοιμάται τόσο βαθιά η Σοφί;
Καθώς διασχίζει το δωμάτιο του μπιλιάρδου και το διάδρομο για να πάει στην πόρτα, την πιάνει ελαφριά ζαλάδα. Από την κουζίνα βγαίνει η μυρωδιά της βοδινής σούπας που του έφτιαξε χθες το μεσημέρι η Σοφί. Αλλά μόλις που κατάπιε μια κουταλιά.
«Είστε η χήρα Μότσαρτ;» ρωτά ο άνδρας που στέκεται μπροστά της, εκ πρώτης όψεως καλοφτιαγμένος και συγυρισμένος πράγμα που την ερεθίζει. Τον γνωρίζει, δυσκολεύεται όμως να τον εντάξει στα γνωστά της πρόσωπα.
«Από πού ξέρετε...» Η Κωνστάντσε ακούει την φωνή της οργισμένη. Προσπαθεί να σταθεί στο ύψος της περίστασης. Ο άνδρας μπροστά της είναι ψηλός και μυώδης, το παράστημά του μαρτυρά τον άλλοτε στρατιωτικό. «Είμαι από δίπλα σχεδόν, ρεπλίκες ομοιώματα, συλλογή εμπόριο Μύλερ, έχετε υπόψη σας...»
Κάνει ένα βήμα πίσω. Η εικόνα τής έρχεται αιφνίδια στη μνήμη μαζί και βδελυγμία. Ναι, αυτός είναι, αυτός ο Μύλερ που λίγα σπίτια πιο πάνω πουλάει αυτόματες πιανόλες, κέρινες προτομές, γύψινα και εκμαγεία, απαίσια πράγματα που πουλιούνται περίφημα. Προπαντός τα πορτραίτα των επιφανών της Βιέννης είναι περιζήτητα. Αυτός ο Μύλερ έχει τις καλύτερες διασυνδέσεις με την αριστοκρατία, στην πραγματικότητα το σωστό του όνομα είναι Δούκας Ντάιμ φον Στρτσίτετς, κι είναι αξιωματικός που χρειάστηκε να κρύψει την ταυτότητά του, ζώντας κάπου στην Ολλανδία με το όνομα Μύλερ, έπειτα από μια μονομαχία που πυροβόλησε τον αντίπαλό του, και τώρα ο άξεστος γύρισε στην Βιέννη, φέροντας επίσημα το όνομα Μύλερ-Ντάιμ. Στην γαλαρία του εκθέτει μια πλαστή κούκλα με νεγκλιζέ που παίζει ένα κουρδισμένο πιάνο. Ο Μότσαρτ ήταν παιχνιδάκι στα χέρια αυτού του Ντάιμ.
«Έρως και θάνατος», λέει ο Ντάιμ μειδιώντας παστρικά σαν εξομολογητής στην εκκλησία, «συγκινούν εξίσου την καρδιά μου.»
Εκείνη κάνει με την ανάστροφη του χεριού της μια κίνηση, αγγίζοντας ακροθιγώς το μέτωπό της. Αυτός συνεχίζει: «Ο θάνατος κι ο έρωτας είναι αχώριστοι σύντροφοι και το γεγονός που μια τέτοια μέρα πικρού πόνου και πένθους χτυπώ την πόρτα σας...»
«Ποιος σας το είπε;» Δεν την πειράζει που φαίνεται ξάγρυπνη.
«Ο κύριος Ζύσμαϊερ», λέει ο Ντάιμ. «Με ειδοποίησε σήμερα, λίγο μετά τη μία, καθώς έφευγε από το σπίτι σας. Έχει επίγνωση του καθήκοντος των κοντινών συγγενών να διαφυλάξει την όψη της ιδιοφυίας για τους....»
«Καθήκον; Τι πάει να πει καθήκον; Το μόνο που θέλετε είναι τη μάσκα του νεκρού για να κάνετε χιλιάδες κόπιες και να τις μοσχοπουλήσετε, και τα παιδιά μου κι εγώ δεν θα δούμε ούτε δεκάρα.»
Ο Ντάιμ γέρνει πάλι τη κεφαλή κι αρχίζει: «Αξιότιμη χήρα Μότσαρτ...»
«Μην με αποκαλείτε έτσι.»
«Αξιότιμη κυρία του αξιότιμου κυρίου Μότσαρτ, τον οποίο, παρεμπιπτόντως, βοήθησα πλουσιοπάροχα, αγαπητή...»
«Πλουσιοπάροχα; Μπορώ να σας δείξω την επιστολή που εξομολογείται πόσο ταπεινωτικό είναι γι’ αυτόν να κάνει συνθέσεις για τα σαματατζίδικα, παιδαριώδη, αυτόματα χαζοκούτια σας. Το έκανε μόνον από ανάγκη χρημάτων και τίποτα άλλο.»
«Γιατί», την αποκρούει ο άνδρας στο κατώφλι, «τα δύο προθέματα φα μινόρε που έγραψε για τα –πώς τα είπατε;- παιδαριώδη κλειδοκύμβαλά μου δεν είναι αριστουργήματα που φέρνουν δάκρυα στα μάτια όποιου τ’ ακούσει, ολονών;»
«Επειδή ήταν τέτοιος άνθρωπος που μόνον θαυμάσιες συνθέσεις ήξερε να γράφει», ξεστομίζει διαπεραστικά. «Και νά ‘θελε δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και για τον τελευταίο βλάκα ακόμη θα έφτιαχνε θεϊκές συνθέσεις.»
Ο Ντάιμ δεν λέει να ξεκολλήσει απ’ την παραστάδα. «Πιστέψτε με θα το μετανιώσετε. Μια ζωή θα σας κατατρέχει η σκέψη πως σταθήκατε εμπόδιο στην υστεροφημία...»

Copyright Sophia Georgopoulou