Tauben fliegen auf
Translation of: Tauben fliegen auf
Author:Melinda Nadj Abonji
Rights sold: Bosnian, Chinese, Czech, Dutch, Finnish, French, German, Hebrew, Hungarian, Italian, Polish, Serbian, Slovene, Spanish, Swedish
Genre:Novel 
Number of pages:320 
Edition:132300 
Editor:
Series: 
ISBN:978-3-902497-78-9 
ISSN: 
Publishing company:Jung und Jung, Salzburg 
The year of publishing:2010 
Origin Country:Austria 

Author and his oeuvre

Summary

Reviews

Sample text

ΔΕΙΓΜΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ (σελ. 5-12)


Σαν φτάνουμε επιτέλους στην είσοδο του χωριού με το αμερικάνικό μας αμάξι, μια σκούρα καφέ σεβρολέ στο χρώμα της σοκολάτας, θά ‘λεγε κανείς πως ο ήλιος καίει ανελέητα την κωμόπολη, καταπίνοντας μέχρι σχεδόν τελείας τις σκιές των σπιτιών και των δένδρων, στο καταμεσήμερο λοιπόν μπαίνουμε στον κεντρικό, τεντώνουμε τους λαιμούς μας να δούμε αν είναι όλα στη θέση τους, αν έχουν μείνει όλα όπως το τελευταίο καλοκαίρι και όλα τα χρόνια πριν.
Μπαίνουμε στο χωριό• οι ρόδες κυλούν πάνω στην πλαισιωμένη με μεγαλειώδεις λεύκες οδό, την αλέα που προαναγγέλλει την κωμόπολη, ποτέ δεν το έχω πει σε κανένα πως αυτά τα δένδρα που ζητούν να φτάσουν τον ουρανό μού προκαλούν ίλιγγο, αίσθηση που με συνδέει με τον Ματέο (τη ζάλη που με πιάνει καθώς, στο ωραιότερο ξέφωτο που έχει το δάσος του χωριού, ο Ματέο κι εγώ γυρίζουμε ατελείωτες σβούρες, παραδομένοι, με κολλημένο το μέτωπό του πάνω στο δικό μου, κι έπειτα του Ματέο η γλώσσα απρόσμενα δροσερή, οι μαύρες τρίχες του κορμιού του που δειλά προβάλλουν, καθώς υποταγμένες, θά ‘λεγες, στη φωτεινή ομορφιά του σφιχταγκαλιάζουν το δέρμα του.)
Περνάμε κυλώντας με το αμάξι ανάμεσα στις λεύκες, η έξαψη μου παίρνει το μυαλό κι ενώ το μεγαλειώδες σοκολατί σκάφος μας κυλά αθόρυβα από δένδρο σε δένδρο, μέσα στον αγέρα της πεδιάδας, μπορώ και τον βλέπω έτσι που στέκει ακίνητος απ’ το ανελέητο του ήλιου, ακούγεται ο πατέρας μου μιλώντας στο κλιματιστικό, όλα έχουν μείνει όμοια κι απαράλλαχτα, χαμηλώνοντας τη φωνή του λέει, δεν άλλαξε τίποτα, απολύτως τίποτα.
Αναρωτιέμαι μην ο πατέρας μου γυρεύει κανένα απόσπασμα επαγγελματιών κηπουρών να κλαδεύει τα κλαδιά τουλάχιστον –πολιτισμός στον αγριότοπο!- ή να κόβει με μηχανήματα υψηλής απόδοσης τις λεύκες, τους προάγγελους του χωριού, μια για πάντα! (μας βλέπω να καθόμαστε καθένας πάνω σ’ ένα απ’ τα κούτσουρα ελέγχοντας με το βλέμμα την πεδιάδα που βράζει από την κάψα του μεσημεριού και τον πατέρα μου, μπαίνοντας μάλιστα στον κόπο να ανέβει σ’ ένα κούτσουρο, να κάνει μια επιτόπια στροφή εκστομίζοντας με τον πικρό τόνο ενός ανθρώπου που δικαιώνεται αργά -μα κάλλιο αργά παρά ποτέ!-, επιτέλους βγήκαν αυτά τα αναθεματισμένα σκονισμένα δένδρα.)
Ποτέ δεν έχω πει σε κανέναν πόσο πολύτιμα μου είναι αυτά τα δένδρα, τον αγέρα μες στα κλαδιά τους τον βλέπει κανείς άσφαλτα, και πουθενά αλλού δεν έχουν τα δένδρα τέτοιο μεγαλείο, δεν κρύβουν τόσες υποσχέσεις όπως εδώ στην πεδιάδα που τους αφήνει τόση απλωσιά, και για άλλη μια φορά επιθυμώ να σταθώ, να γείρω την πλάτη μου σ’ έναν απ’ τους κορμούς τους, να σηκώσω το βλέμμα μου, να πλανευτώ απ’ το ζωηρό ψιλό κούνημα των φύλλων, και ούτε τούτη τη φορά παρακαλώ τον πατέρα μου να σταματήσει, γιατί δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω στο «γιατί», γιατί θά ‘πρεπε πολλά να πω, προ πάντων να μιλήσω για τον Ματέο προκειμένου να εξηγήσω γιατί θέλω να σταματήσουμε ειδικά εδώ που μας χωρίζουν λίγα μόλις μέτρα από τον τελικό προορισμό μας.
Ωθούμενο σαν από μυστική δύναμη, απρόσβλητο από τις ανωμαλίες του δρόμου, το αμάξι μας προχωρά λοιπόν, και πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, πρέπει πρώτα ν’ ακούσουμε άλλο ένα «δεν άλλαξε τίποτα», πρέπει ο πολιτισμός να δεχθεί άλλη μια καταγγελία αταβισμού, στασιμότητας δηλαδή, όσο εμείς τα παιδιά κολλάμε τα πρόσωπά μας αριστερά στο τζάμι, που είναι εκπληκτικά δροσερό, χαζεύοντας ανθρώπους που ζούνε μέσα σε βουνά από σκουπίδια μη πιστεύοντας στα μάτια μας, δεν άλλαξε τίποτα, λέει ο πατέρας μου, τσίγκινα καλύβια, λάστιχα, αναμαλλιασμένα παιδιά παίζουν μέσα σε λείψανα αυτοκινήτων, παλιοσίδερα και οικιακά απορρίμματα λες κι είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα, κι αυτά τα σπασμένα γυαλιά, πάω να ρωτήσω, τι θα γίνουν τη νύχτα που πέφτει, όταν οι σκιές αρχίζουν να σείονται, όταν όλος αυτός ο σωρός μές σ’ αυτό το αδιαπέραστο άνω κάτω ζωντανεύει; Και για ένα στιγμιαίο λεπτό ξεχνάω τις λεύκες, τον Ματέο, την έξαψη, την σεβρολέ κι η μαύρη νύχτα της πεδιάδας έρχεται και με σφίγγει με όλη της την ολέθρια δύναμη και δεν ακούω πια τα τραγούδια των τσιγγάνων, τα θαυμαστά, πολυθρύλητα και ξορκισμένα, βλέπω μόνον τις αδηφάγες σκιές μες στο σκοτάδι και πουθενά ένα φανό να τις διώξει.
Κι ο πατέρας μου λοξοκοιτάει μέσα απ’ το παράθυρο, κουνάει το κεφάλι, βήχει τον ξερόβηχά του, οδηγεί τόσο αργά που θαρρείς πως σε λίγα λεπτά θα σταματήσει το αμάξι, για δέστε εκεί, λέει και χτυπά το δείκτη στο πλαϊνό παράθυρο (θυμάμαι μια φωτιά και κάπνα σύννεφο που δεν ξέρει προς τα πού να τραβήξει)• εγώ αντικρίζω τα άκαμπτα απ’ τη βρομιά πρόσωπα, τις διαπεραστικές ματιές, τα κουρέλια, τα τσόλια, το τρεμάμενο φως πάνω απ’ το σκουπιδότοπο, μακραίνω το βλέμμα μου σαν να έπρεπε όλα αυτά να τα καταλάβω, όλες αυτές τις εικόνες ανθρώπων που δεν έχουν στρώματα, πολύ λιγότερο κρεβάτια, που γι’ αυτό ίσως ανοίγουν σκάμματα να πλαγιάσουν στην κατάμαυρη πεδιάδα, που τώρα το καλοκαίρι ξεχειλίζει από λιολούλουδα, το χειμώνα όμως είναι γυμνή για λύπηση, γη, σκέτη γη που τον χειμώνα την πλακώνει ένας ασήκωτος ουρανός, γη που όταν ο ουρανός ελαφραίνει γίνεται θάλασσα απάνεμη.
Ποτέ δεν το έχω πει σε κανέναν, αλλά την αγαπώ αυτήν την πεδιάδα που χάνεται σαν λεπτή κλωστή, τίποτα, δεν έχει τίποτα να σου δώσει, τέλεια μοναξιά είναι η πεδιάδα απ’ την οποία δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα, το πολύ πολύ να ξαπλώσεις πάνω της με απλωμένα μπράτσα, και αυτό είναι η προστασία που σου προσφέρει.
Αν έλεγα πως αγαπώ τον Ματέο (ένα Σικελιανό που λίγες βδομάδες πριν από την έναρξη των καλοκαιρινών διακοπών μπούκαρε στην τάξη, τσάο, σόνο Ματέο ντε Ρόζα! κατακτώντας αμέσως τις καρδιές όλων εκτός των δασκάλων) πιθανόν τότε να με καταλάβαιναν οι περισσότεροι, αλλά πώς να πει κανείς ότι αγαπάει μια πεδιάδα, τις λεύκες τις σκονισμένες, τις αδιάφορες και περήφανες, τον αγέρα μες στα κλαδιά τους - το καλοκαίρι, όταν η πεδιάδα ψηλώνει έναν όροφο λιολούλουδα, καλαμπόκια, σιτηρά όπου και να στραφείς, λέγεται πως κάθε τόσο εξαφανίζονται άνθρωποι μες στα απέραντα χωράφια, αν δεν προσέξεις η πεδιάδα θα ανοίξει να σε χάψει, λέγεται, κι εγώ δεν το πιστεύω, πιστεύω πως η πεδιάδα είναι μια θάλασσα με δικούς της νόμους.
Άμοιρα πλάσματα, λέει η μητέρα μου, σαν να βλέπαμε τηλεόραση κι αντί να αλλάξουμε κανάλι προσπερνάμε μέσα στο τροχήλατο ψυγείο μας, που κόστισε ένα μάτσο χρήματα κι είναι τόσο φαρδύ λες και ο δρόμος μας ανήκει, κι ο πατέρας μου ανάβει το ραδιόφωνο η μουσική να γητέψει την αθλιότητα και το αναπότρεπτό της με χορευτικούς ρυθμούς, να γιατρέψει αυτοστιγμεί τα στραβά της ωμής πραγματικότητας:
έλα εδώ
μην πας εκεί
έλα δω, καρδούλα μου
δώσε μου ένα φιλί...
Μ’ έναν ανάξιο λόγου κρότο γλυστράμε πάνω απ’ τις ράγιες, προσπερνώντας τη στραβωμένη σκουριασμένη ταμπέλα που φέρει το όνομα της κωμόπολης εδώ και αιώνες προφανώς, φτάσαμε, λέει η αδελφή μου Νόμι, δείχνοντας το νεκροταφείο – το νεκροταφείο όπου επικρατεί ακατονόμαστη αδικία, μνήματα που δεν τα νοιάζεται κανείς, μνήματα φτωχικά, χορταριασμένα, δυσδιάκριτοι ξύλινοι σταυροί, χρονολογίες, γράμματα δυσανάγνωστα, φτάσαμε, φωνάζει η Νόμι και τα μάτια της θαμπώνουν, για μια στιγμή σβήνουν μπρος στο φόβο πως αναγκαστικά μια από τις επόμενες μέρες θα βρεθούμε στο νεκροταφείο, περιμένοντας αμήχανα μπρος στα μνήματα, νιώθοντας άβολα για τα δάκρυα των γονιών μας, ζητώντας να κλάψουμε, να φανταστούμε πως εκεί κάτω στο φέρετρο είναι ο παππούς μας απ’ τη μεριά του πατέρα, η γιαγιά απ’ τη μεριά της μητέρας, θείες και θείοι των γονιών μας που εμείς, η Νόμι κι εγώ, ποτέ δεν γνωρίσαμε, με χέρια που τέτοιες στιγμές δεν ξέρεις τι να τα κάνεις, με έναν καιρό που τέτοιες στιγμές είναι πάντα ακατάλληλος, να κλαίγαμε, να ξέραμε τουλάχιστον πού να βάλουμε τα χέρια μας, γλαδιόλες και τρυφερά τριαντάφυλλα πλάι σε ταφόπλακες, νεκροί με χαραγμένα στην πέτρα ονόματα ευανάγνωστα για τις επερχόμενες γενιές και ταφόπλακες που τις αντιπαθώ, επειδή βαραίνουν ασφυκτικά τη γη της πεδιάδας, εμποδίζοντας τις αναπαυόμενες ψυχές να πετάξουν.
Κάτω απ’ τις ταφόπλακες είναι η οικογένειά μας από τη μεριά του πατέρα και της μητέρας μου, στη χειρότερη περίπτωση λείπουν τα λουλούδια, τα κίτρινα και ρόδινα τριαντάφυλλα, οι γλαδιόλες, μα τα μνήματα σκεπασμένα με τις ταφόπλακες είναι συγυρισμένα κι ας μην τα φροντίζει κανείς, ούτε των Αγίων Πάντων, ούτε καν των Αγίων Πάντων, λέει η μητέρα μου, όταν την παίρνει τηλέφωνο κάποια εξάδελφη, λέγοντας της με πνιγμένη φωνή πως κανείς άλλος δεν ήλθε στο νεκροταφείο ν’ ανάψει ένα καντήλι για τους πεθαμένους, τουλάχιστον είναι συγυρισμένα τα μνήματα, λέει τότε η μητέρα μου, και στην φράση αυτή λανθάνει βαθειά θλίψη ζωής που ούτε καν τους νεκρούς τους δεν μπορούν να νοιαστούν, επειδή είναι μακριά και ούτε καν των Αγίων Πάντων δεν μπορούν να τους πάνε λίγα λουλούδια.
Επειδή ο θάνατος σπάνια αναγγέλλει τον ερχομό του, λείπουμε σχεδόν πάντα, όταν κάποιος από την οικογένειά μας στην Βοϊβοντίνα πεθαίνει, κι όταν μας παίρνουν τηλέφωνο η θεία Μάντσι ή ο θείος Μόριτς, επειδή είναι οι μόνοι που έχουν τηλέφωνο, να μας πουν πως τη μέρα τούτη δυστυχώς έχουν κακές ειδήσεις, όλοι σωπαίνουν στο σαλόνι, πιθανά να βρίσκαμε κάτι να πούμε για τον θάνατο αν είμασταν εκεί που είναι όλοι οι συγγενείς μας, τουλάχιστον θα ακούγαμε τις ιστορίες για τον πεθαμένο και σίγουρα θα μας συγκινούσε το τραγούδι της μάμικα που με την φωνή της αγγίζει και την πιο κρυφή γωνιά κάθε ψυχής, αλλά επειδή δεν είμαστε εκεί όπου οι άνθρωποι αποχαιρετούνε τους νεκρούς τους για τρεις μέρες, πριν παραδώσουνε στη μαύρη γη το σκήνος, καθώς λέγεται, των νεκρών, επειδή μας μένει μόνο το τηλέφωνο, μια φωνή από μακριά που βεβαιώνει πως συνέβη κάτι αμετάκλητο, τη μέρα αυτή των κακών ειδήσεων περιφερόμαστε σαν φαντάσματα, έως και το βλέμμα μας να διασταυρώσουμε αποφεύγουμε και θυμάμαι τον πατέρα να ρίχνει με βίαιη ορμή τα χρυσάνθεμα που τοποθέτησε η μητέρα μου στο τραπέζι του σαλονιού στο σκουπιδοντενεκέ, τον Οκτώβρη του 1979, όταν λάβαμε την είδηση πως πέθανε η αγαπημένη θεία του πατέρα. Όχι πένθιμα λουλούδια, λέει ο πατέρας, στα νώτα του βλέπω το οργισμένο του κεφάλι, κρατάει στο χέρι το τηλεκοντρόλ, κι εγώ κι η Νόμι έκτοτε αποκαλούμε τα χρυσάνθεμα απαγορευμένα λουλούδια, επειδή δεν κάνει να τα βάλουμε στο τραπέζι (κι όταν πηγαίνουμε στο νεκροταφείο στην πατρίδα μας, στολίζουμε τους τάφους των νεκρών μας με λουλούδια, ποτέ όμως με χρυσάνθεμα! κι ας είναι φθινόπωρο, ε τότε φτάσαμε αργά, σκέπτομαι, μείναμε πάλι μόνοι με το πένθος μας).

Και τότε αγνοούσαμε ότι σε λίγα χρόνια οι ταφόπετρες θα γκρεμίζονταν, οι γρανιτένιες πλάκες θα αυλακώνονταν από φτυάρια και αξίνες, τα λουλούδια θα αποκεφαλίζονταν επειδή στον πόλεμο δεν αρκεί να σκοτώνεις ζωντανούς, κι αν το ξέραμε από πριν πιθανά να σκύβαμε πάνω απ’ τα μνήματα των νεκρών μας ευχόμενοι το σιγανό μας μοιρολόι να υφάνει μαγική σκέπη πάνω τους για να μην διαταταραχθεί η αιώνια, καθώς λέγεται, ειρήνη κι ανάπαυση νεκρών, το ίδιο καλά θα ήταν να παρακαλούσουμε τις βροχαλίδες, τα σκουλήκια, τα σκαθάρια και τα κάθε λογής ζωύφια να μην τα χάσουν απ’ το ξαφνικό φως κι αρχίσουν να σέρνονται σκοντάφτοντας εδώ κι εκεί μέχρι να τρυπώσουν τέλος, ύστερα απ’ την ενόχληση αυτή, πάλι στο σωτήριο σκοτάδι.

Copyright Sophia Georgopoulou